Μετά την επανάσταση του 1821 και τη δημιουργία του Ελληνικού κράτους για περισσότερο από ένα αιώνα έκαναν την εμφάνισή τους στην ελληνική ύπαιθρο συμμορίες ληστών.

«Οι βασιλείς των ορέων» όπως τους αποκάλεσε ο Αμπού Εντμόντ. Η δράση τους δεν περιορίζονταν σε ληστείες αλλά περιλάμβανε, απαγωγές αλλά και φονικά πολλές φορές με πολύ σκληρό τρόπο και πολλές απώλειες.

Το έργο της πάταξης της ληστείας είχε αναλάβει η νεοϊδρυθείσα Ελληνική Χωροφυλακή(1-6-1833).

Ανάμεσα σ’ αυτούς που ανέπτυξαν μεγάλη δράση ήταν ο Χρήστος Νταβέλης.

Το πραγματικό του όνομα ήταν Χρήστος Νάτσιος, γεννήθηκε στα 1832 στο Στείρι Βοιωτίας. Ήταν μέλος οικογένειας που καταγόταν από την Ήπειρο και εργάστηκε σαν γαλατάς. Σύμφωνα με την παράδοση, ένα γεγονός ήρθε να συνταράξει την ζωή του και να τον μετατρέψει σε  ληστή που ανέπτυξε μεγάλη δράση στην Αττική, τη Βοιωτία, την Εύβοια και τη Φθιώτιδα.

Όπως λέγεται, ήταν γαλατάς της μονής Πετράκη όταν τον έδιωξαν κι αυτός γύρισε στο χωριό του. Εκεί ερωτεύτηκε την κόρη του παπά που αυτός την είχε τάξει σε ένα πλούσιο τσέλιγκα.

Όταν ένα απόσπασμα πέρασε από το χωριό αναζητώντας κάποιον Νάστο, ο τσέλιγκας για να εκδικηθεί για την κόρη του παπά, υπέδειξε τον Νταβέλη. Εκείνος τους απεκάλυψε το πραγματικό του όνομα χωρίς όμως να γίνει πιστευτός. Όταν αυτοί θέλησαν να τον συλλάβουν έγινε συμπλοκή. Σκότωσε ένα στρατιώτη και κατάφερε να ξεφύγει.

Από τη στιγμή εκείνη που έφυγε στο βουνό, δημιούργησε τη δική του συμμορία και άρχισε η δράση του.

Αργότερα έπιασε φιλίες με τον Γιάννη Μέγα , έναν παλιό ληστή που του ανέθεσε να κλέψει και να του φέρει μια Ιταλίδα κόμισσα .Η ομορφιά  της

όμως στάθηκε αιτία να αναπτύξει σχέση μαζί της, γεγονός που δημιούργησε μεγάλο μίσος αναμεταξύ τους με αποτέλεσμα οι φίλοι να γίνουν άσπονδοι εχθροί. Είναι η παράδοση που θέλει την Δούκισσα της Πλακεντίας να έχει κάποια σχέση με τον ληστή.

Ο Χρήστος Νταβέλης είχε γίνει λαοφιλής τη εποχή του Κριμαϊκού πολέμου και της Αγγλογαλλικής Κατοχής σε Αθήνα και Πειραιά.

Η δράση του όμως επέφερε και πολιτικούς κραδασμούς. Συγκεκριμένα την περίοδο του Κριμαϊκού πολέμου και της Αγγλογαλλικής κατοχής στην Αθήνα και τον Πειραιά, πολλοί ληστές αμνηστεύτηκαν για να περάσουν τα σύνορα και να πολεμήσουν δίπλα στους επαναστατημένους Θεσσαλούς και Ηπειρώτες.

Η κυβέρνηση κρατούσε την «άψογο στάση» χωρίς να κηρύττει τον πόλεμο στην Τουρκία.

Ο Νταβέλης απήγαγε το Γάλλο υπολοχαγό Μπερτό , εισέπραξε λύτρα  και τον ελευθέρωσε μετά την απομάκρυνση των Αγγλογάλλων από τον Πειραιά.

Το παρ ολίγον διπλωματικό επεισόδιο επέτεινε την κατάσταση και αναζητούταν λύση για τη σύλληψη του Νταβέλη.

Ύστερα από πληροφορίες για την περιοχή δράσης της συμμορίας, δυνάμεις της χωροφυλακής ανάγκασαν την συμμορία να μεταφέρει τη δράση της στη Βοιωτία.

Το καταδιωκτικό απόσπασμα με τη συνδρομή έμπειρων ιχνηλατών και ντόπιων χωρικών  που είχαν επιστρατεύσει ντόπιοι Δήμαρχοι και επικεφαλής τον υπολοχαγό Ιωάννη Μέγα, παλιό φίλο του Νταβέλη κατάφεραν να περικυκλώσουν την συμμορία στην περιοχή του Ζεμενού, στο δρόμο που οδηγεί στην Δαύλεια.

Ύστερα από πολύωρη μάχη στις 12 Ιουλίου 1856 στο λόφο του Ζεμενού που είχε  οχυρωθεί η συμμορία, εξοντώθηκαν όλα τα μέλη της. Ανάμεσά τους κι ο Νταβέλης, αρκετοί χωροφύλακες κι ο Μέγας.

Απέναντι από τη σχιστή οδό, εκεί που ο Οιδίποδας δολοφόνησε τον εν αγνοία τον πατέρα του, οι πρώην φίλοι κείτονταν νεκροί.

Λίγες ώρες αργότερα, το κομμένο κεφάλι του Νταβέλη εκτέθηκε στην πλατεία Συντάγματος

Κείμενα

  • Τα γεγονότα στο Ζεμενό, δεν άφησαν ασυγκίνητη τη λαϊκή μούσα που τραγούδησε το γνωστό Δημοτικό τραγούδι:

«Κατακαημένη Αράχωβα, Νταβέλη, Νταβέλη.

Και Δίστομο και Δαύλεια, αχ μωρέ Χρήστο Νταβέλη

Τους κλέφτες τι τους κάματε και τους Κακαραπαίους

Αχ στο Ζεμενό τους έχουμε τους πολεμάει ο Μέγας.

Ο Μέγας απ’ τη Ράχοβα και ο Δούκας απ΄ τη Δαύλεια».

  • Η Ελληνική κυβέρνηση, μέσω του Υπουργείου Στρατιωτικών, έδωσε στη δημοσιότητα την υπ’ αριθμόν 856 πολυσέλιδη έκθεση στις 18 Ιουλίου 1856 του Μοιράρχου Πέτρου Βακάλογλου. Γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων στη σημαντική βοήθεια Αραχωβιτών του Ευστάθιου Θεοχάρη, του Γιαννάκη Ζήρου, του Λουκά Καλπούζου, Δημάρχου Αράχωβας

Η πρώτη αναφορά για τον Αραχωβίτη πολίτη: «…Την πρωϊαν της 8ης ο εξ’ Αραχώβης Ευστάθιος Θεοχάρης, ανήγγειλε προς τον δήμαρχον ταύτης, ότι οι ειρημένοι λήσταρχοι μεταβέντες εις θέσιν Κούβελον, κειμένην πλησίον της Αραχώβην…ωλημέρευσαν μέχρι εσπέρας, ότε έλαβον διεύθυνσιν άγνωστον…»

Αναφέρεται στην τελική μάχη ως εξής: …Οχυρωθέντων των ληστών εν τη θέσει Δερβένι Κούλια Ζεμενού περί την μεσημβρίαν…Η θέσις αύτη είναι χθαμαλός τις πετρώδης λοφίσκος, κείμενος μεταξύ Δαύλςιας, Διστόμου και Αραχώβης, έμπροσθεν του Ζεμενού, εις τους πρόποδας του Παρνασσού, υπάρχουσι δε εν΄ αυτώ ερείπια οχυρωμάτων…Εφθάσανε εκείσε οι αποσπασματάρχαι Μέγας, Στρίμπερης και Τσιπούρας έχοντες 10 χωροφύλακες,26 επικουρικούς και 61 οδηγούς και εθνοφύλακας, κάτοικοι Δαυλείας 70 μετά των μοναχών, 70 Διστομίται και Στυριώται και 60 Αραχωβίται υπό την οδηγίαν του αρχαίου στρατιωτικού Ευσταθίου Τομαρά και κατέλαβα τα μεν αποσπάσματα και οι Δαυλιώται το αρκτικοανατολικό μέρος, οι Αραχωβίται το αρκτικοδυτικόν , οι δε Διστομίται το δυτικομεσημβρινόν…»

Εισπηδήσας εις το οχύρωμα των ληστών παρά τίνος εξ’ αυτών δια πιστολιού, εφονεύθη ο υπολοχαγός αποσπασματάρχης Αράχωβας και Χαιρωνείας Ιωάννης Μέγας και επληγώθησαν δια πιστολιού….ο πολίτης Ευστάθιος Τομαράς εξ’ Αραχώβης. Εις την καταστροφήν των ληστών συνετέλεσαν τα μέγιστα οι Δήμαρχοι Αραχώβης Λουκάς Καλπούζος, Χαιρώνειας Ευστάθιος Νικολάου οίτινες μετά πολλών συνδημοτών, κατεδίωξαν τους ληστές…»

  • Με το υπ αριθ. Προεδρικό Διάταγμα 989/646 Ο Δήμαρχος Χαιρώνειας, επισημαίνει προς το Β. Επαρχείον Λεβαδείας στις 17 Ιουλίου 1856.

«…Γενικώς δε έπαινος οφείλεται εις τους κατοίκους των χωρίων Δαυλίδος, Καπραίνης, Αγίου Βλασίου, Στειρίου και Διστόμου καθώς και εις τους κατοίκους του Δήμου Αραχώβης, οίτινες επέδειξαν ζήλον απαράμμιλον προς εξόντωσιν των ληστοσυμμοριών τούτων, και τέλος συνδρομή και περίθαλψιν οφείλεται εις τους πληγωθέντας και παθόντας , αμοιβή δε εις τους πολίτας, δια να ενθαρρύνεται ο προς καταδίωξιν των ληστών ζήλος των».

  • Κι άλλο γνωστό δημοτικό τραγούδι για το περιβόητο αρχιληστή Νταβέλη.

«Μην ήθελ’ έρθει ο θεριστής μηδέ κι ο αλωνάρης

Μην ηθελ’ έβγει ντερβέναγας αυτός ο Γιάννης Μέγας

Και κυνηγάει τους κλέφτες.

Τους πήρε απ το Ακρινό νερό τους πήγε στο Ντερβένι

Τους πήγε και τους έκλεισε στο Ζημηνό στην Κούλια.

Πιάνει και γράφει μια γραφύη στο Δίστομο τη Δαύλεια.

Γράφει και στην Αράχωβα και μες στη Λειβαδιά

Μουτάτι(ενίσχυση) να μου στείλετε γρήγορα τούτην την ώρα

Βαρούν πρωί οι σάλπιγγες, βαρούν την προσβολή(επίθεση).

Δεν στάειπα Κακαράπη μου και συ Χρήστο Νταβέλη

Το Ζημιενό μη το διαβείς,την Κούλα μη περάσεις

Γιατ’ έχει ο Μέγας τη χωσία, σας παίρνει το κεφάλι».